Μικρή ποιητική (Ντένις Χάανς)

klein_poetica
Standard

«Είσαι μια χαρά άτομο, δε λέω. Απ’ την άλλη όμως, ακούς πάρα πολύ χιπ-χοπ.»
Bert van Beek

1.

Αν υπήρχε στ’ αλήθεια μια μικρή ποιητική, η δικιά μου θ’ ακουγόταν ως εξής:
Το κείμενο λέει από μόνο του προς τα πού θέλει να πάει. Αν δεν το κάνει, τότε δεν αξίζει να το πάρεις μαζί σου.

Ακούγεται σύντομο, αλλά έτσι σκέφτομαι, έτσι νομίζω πως γίνεται. Αρχίζει πάντα με μια ιδέα, μια φράση ή μια εικόνα κι από κει προχωρά πιο πέρα. Πολλές φορές σβήνει στην πορεία, κάποιες φορές φτάνει κάπου.

Σκόπευα σ’ αυτή την μικρή ποιητική να σας πω γιατί γράφω αυτά που γράφω, με ποια θέματα καταπιάνομαι και πώς βλέπω τον εαυτό μου στο ποιητικό τοπίο. Σκόπευα επίσης να μην καταφύγω σε παραθέματα.

Στην πορεία, το κείμενο τράβηξε το δικό του δρόμο.

2.

Πρόσφατα ήμουν καλεσμένος ως κριτής σ’ ένα poetry slam. Ένας από τους συμμετέχοντες ξεπέταξε βιαστικά τα ποιήματά του. Λες και βιαζόταν να φτάσει στο τέλος, στο τέρμα, στην τελευταία ατάκα. Όταν με ρώτησαν τη γνώμη μου για τον συγκεκριμένο ποιητή, είπα: «Πρέπει να είναι ένας χορός, όχι ένας αγώνας δρόμου». Αυτή τη γνώμη έχω για πολλά πράγματα, ότι θα πρέπει να είναι ένας χορός. Ακόμα πιο πολύ όταν πρόκειται για απαγγελία ποίησης.

3.

Αν η απαγγελία της ποίησης πρέπει να είναι ένας χορός, τότε η ποίηση πρέπει να σιμώνει την έννοια της μουσικής. Δεν θα μπορούσα ν’ αρνηθώ κάτι τέτοιο. Αναγκαστικά λοιπόν, καταλήγω στον Γουόλτερ Πέιτερ και –συγχωρέστε με- στο παράθεμά του:

Όλη η τέχνη τείνει σταθερά προς τη συνθήκη της μουσικής [1]

Για λόγους ευκολίας, ας ξεχάσουμε για λίγο το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Πέιτερ έκανε τη συγκεκριμένη ρήση και ας την απλοποιήσουμε. Τότε φτάνουμε σε κάτι με το οποίο δε γίνεται παρά να συμφωνήσω:

Όλη η τέχνη θέλει να γίνει μουσική.

Όχι τόσο με τον τρόπο του Πέιτερ, ότι δηλαδή κάθε καλλιτέχνης πασχίζει να άρει το διαχωρισμό μεταξύ μορφής και περιεχομένου, αλλά με την έννοια ότι κάθε τέχνη θέλει να διαδραματιστεί σα να ήταν τραγουδισμένη. Και να μπορείς να την χορεύεις. Μέσα στο κεφάλι σου, τουλάχιστον.

4.

Έχω περισσότερους δίσκους από συλλογές ποίησης. Παρεμπιπτόντως, δεν εμπιστεύομαι κανέναν που έχει περισσότερες συλλογές ποίησης από δίσκους.

Τίποτα δε διαμοιράζεται παράνομα σε τόσο μεγάλη κλίμακα όσο η μουσική. Υπάρχουν σίγουρα επιστημονικοί, πρακτικοί και οικονομικοί λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό. Προσωπικά πιστεύω ότι γίνεται διότι η μουσική προκαλεί κάτι σε πολλούς ανθρώπους, με τον τρόπο που μόνο η μουσική μπορεί να το κάνει. Ο πιο σύγχρονος Όστιν Κλίον το διατύπωσε πάνω κάτω ως εξής:

Τίποτα δεν μπαίνει πιο γρήγορα στο μη ορθολογικό μέρος του μυαλού μας όσο η μουσική.

Γι’ αυτό και η ποίηση (τουλάχιστον η δικιά μου) θέλει να είναι λίγο σαν μουσική. Μ’ αυτό δεν εννοώ ότι η ποίησή μου είναι λυρική – κι αν είναι, το κάνει στα κρυφά – αλλά ότι το κείμενο σε καλεί να χορέψεις. Αν έπρεπε να διαλέξω, θα ήθελα η ποίησή μου να είναι τζαζ: «ένα θέμα που συνεχώς επιστρέφει, διακοπτόμενο κάθε φορά από περισσότερο ή λιγότερο σχετικούς αυτοσχεδιασμούς». Ή, όπως το είπε ο Κέρουακ:

Πρέπει το ad lib να συνεχίζεται ακατάπαυστα σε κάθε ρεφρέν, ειδάλλως η συναυλία είναι τζίφος.

5.

Η ποίησή μου δεν ακούγεται σαν τζαζ. Ακούγεται το πολύ σαν κάτι που θέλει να φτιάξει τζαζ. Αυτό γιατί αποτελεί την εκκίνηση κάτι άλλου.

Το όνομά μου είναι Ντένις Χάανς και στο γυμνάσιο ήμουν ένας σκέιτερ. Χρόνια ολόκληρα δεν μ’ ένοιαζε τίποτε άλλο από το χιπ-χοπ και το πανκ. Μόνο αυτά τα δυο. Τα οποία μου κληρονόμησαν κάποιες μόνιμες βλάβες. Λόγω του πανκ έχω εμφανώς αφρόντιστα παιγμένα ριφ και μια DIY αντιμετώπιση. Το χιπ-χοπ ξύπνησε μέσα μου μια τάση να σαμπλάρω και να προπαγανδίζω τις σκόρπιες μεγαλοκουβέντες μου. Και τα δύο άφησαν πίσω τους μια συγκεκριμένη νοοτροπία και μια λαχτάρα για το συναίσθημα του «εμείς».

Αυτές οι επιρροές θα συνεχίσουν να ορίζουν τη βάση του ψυχισμού μου για κάμποσο καιρό ακόμα, αν και η πρόσφατη αγάπη μου για όλα όσα είναι lo-fi, ίσως τη μετριάσει.

6.

Έχει αυτό επιπτώσεις και στο περιεχόμενο των ποιημάτων μου; Ναι. Αλλά αυτή η Μικρή Ποιητική έχει ήδη ξεφύγει από αυτό που υπονοεί ο τίτλος της. Για να χρησιμοποιήσω ξανά την παρομοίωση που αναφέρθηκε στον τίτλο και την εισαγωγή του παρόντος κομματιού: πρέπει να κάνω μια κλειστή στροφή, να φτάσω κάπου.

7.

Ένα τραγούδι δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακολουθία τόνων με διαφορετικές διάρκειες και συγκεκριμένα διαστήματα ανάμεσα. Οι τόνοι έχουν συγκεκριμένες συχνότητες και λιγότερο συγκεκριμένες συνειρμικές υποδηλώσεις.

Τα ποιήματά μου δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακολουθία λέξεων με διαφορετικά μήκη κι ανάμεσα σημεία στίξης, κενά κι (εδώ κι εκεί) μια άσπρη γραμμή. Οι λέξεις έχουν συγκεκριμένες σημασιολογικούς προσδιορισμούς και λιγότερο συγκεκριμένες συνειρμικές υποδηλώσεις.

Ως ένα σημείο υπάρχουν ξεκάθαροι λόγοι γιατί γράφω αυτά που γράφω και -σε κάθε περίπτωση- για το πώς τα γράφω. Τα υπόλοιπα, ένα μη αμελητέο τμήμα, υπαγορεύεται από το κείμενο. Γιατί αυτό είναι που τραγουδάει, αλλά κυρίως: γιατί μ’ αυτό μπορείς να χορέψεις. Μέσα στο κεφάλι σου, τουλάχιστον. Όχι απαραίτητα τους πιο όμορφους χορούς, αλλά τους πιο ευχάριστους.

8.

Με τι υπόκρουση ακριβώς χορεύετε, το ξέρετε εσείς καλύτερα. Το πώς, επίσης. Αρκεί να το κάνετε, αρκεί να χορεύετε.


Ο Ντένις Χάανς (Dennis Gaens) γεννήθηκε το 1982 και είναι ένας νέος Ολλανδός ποιητής. Είναι υπεύθυνος προγράμματος του χώρου λογοτεχνικών παραγωγών De Wintertuin. Το 2009 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «το νέο μαύρο» (Het nieuwe zwart). Από το 2005, ο Χάανς έχει τακτική παρουσία σαν συντάκτης λογοτεχνικών περιοδικών. Η αγάπη του για τη μουσική διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό και την ποιητική του παρουσία. Στην παρουσίαση του από τον ποιητικό οργανισμό Perdu, εκφώνησε το παραπάνω κείμενο, για το οποίο μας έδωσε την άδεια να το μοιραστούμε με τους αναγνώστες του taal.gr. Την Μικρή Ποιητική του Χάανς μετέφρασε η Νάντια Πούλου


[1] Σύμφωνα με τη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά