Ένας ίσκιος για τον Σείριο (David Pefko)

schaduw_voor_sirius
Standard


Κάθε φορά που αναζητώ τον ίσκιο, κάθεται πάντα κάποιος άλλος από κάτω. Δεν μου αρέσει πολύ ο ήλιος, μόνο το Φλεβάρη, τότε ο ήλιος είναι το καλύτερο που μπορεί να μου τύχει, τότε αισθάνομαι ότι το γέρικο σώμα μου μπορεί πάλι ν’ αντέξει τα πάντα: το κρύο και την υγρασία στα μέρη που πέφτω για ύπνο.

Σήμερα περπάτησα με κάποιον για κάμποσο, ήταν μια νέα γυναίκα. Φορούσε ένα καλοκαιρινό φόρεμα και στο κεφάλι της ένα μικρό καπέλο. Μου χαμογέλασε, αλλά στο φανάρι με είχε κιόλας βαρεθεί και μ’ έδιωξε από κοντά της.

Νομίζω ότι κανένας δεν έχει κοιτάξει τόσο πολύ το έδαφος όσο εγώ, ότι για παράδειγμα κανένας δεν ξέρει πόσο απελπιστικά πολλά έντομα τριγυρνούν εδώ κι εκεί χωρίς σταματημό. Κάποιες φορές ακολουθώ τα μυρμήγκια, ή μικρά σκαθάρια, αλλά τελικά κάποια στιγμή μου ξεφεύγουν, τα χάνω από τα μάτια μου. Πιστεύω ότι τα έντομα τα έχουν καταφέρει καλύτερα από εμάς, φαίνεται ότι έχουν βρει μια διέξοδο, μπορούν να εξαφανιστούν στα αυλάκια και στις χαραμάδες, στους υπονόμους, εκεί που εγώ δε φτάνω.

Αυτός ο άνθρωπος, εκεί στην άκρη του δρόμου, μου έδωσε ένα όνομα κι αυτό δημιουργεί μια κάποια σχέση μαζί του. Όταν το πρωί τον βλέπω να βγαίνει από το σπίτι του, με χαιρετά, κάποιες φορές μου κλείνει απλά το μάτι και κάθε φορά περπατάω μαζί του, μέχρι το μαγαζάκι στη γωνιά, όπου αγοράζει κάτι για να φάει, συνήθως ένα από εκείνα τα στρογγυλά ψωμάκια με την τρύπα στη μέση, τα οποία δεν έχουν καθόλου γεύση αλλά γεμίζουν μια χαρά το στομάχι. Πολλές φορές τρώμε μαζί, τότε εγώ παίρνω το μισό.

Κάποιες φορές με πιάνει ο ύπνος στο ένα ή το άλλο μέρος, ή κάπου που νομίζω ότι δεν με θέλουν κοντά τους, που με κυνηγούν μέχρι να φύγω ή που κάποιες φορές μου βάζουν τις φωνές, αλλά εγώ έχω τότε πάψει προ πολλού να τους ακούω.

Τα όνειρά μου είναι πολύ απλά. Στα όνειρά μου βλέπω κυνηγητά, όλα τα μέρη στα οποία έχω βρεθεί. Ή εκείνον τον καιρό που είχα τα μάτια μου ακόμα κλειστά και σερνόμουν σε άγνωστα μέρη, τις κλωτσιές που μου έχουν δώσει και τα χάδια, τα παιδιά μου τα οποία εμφανίζονται κάποιες φορές στα δρομάκια και τα πάρκα.

Στο τέλος του δρόμου είναι ένα δροσερό μέρος, πάνω στο μάρμαρο. Μπορώ να το νιώσω αν είμαι ο πρώτος που την αράζει εκεί, ο πρώτος της μέρας. Το μάρμαρο κρατάει την ζεστασιά πολύ περισσότερο απ’ όσο θα νόμιζες. Εκείνος εκεί, απέναντι, στο μπακάλικο, είναι μες την υπερβολή. Ξέρει πολύ καλά ότι συγκινούνται οι άνθρωποι με τα κουσούρια και τις κλάψες και τα βογκητά του. Όταν αγριέψουν τα πράγματα και δεν αντέχει άλλο την πείνα, τους κάνει χατίρια για λίγο φαγητό.

Αυτό που δεν καταλαβαίνει κανείς είναι ότι η ζωή μένει ακίνητη. Ότι όλοι τρέχουν πολυάσχολοι από δω κι από κει αλλά στην ουσία δεν αλλάζει τίποτα, ότι όλα θα μείνουν ακριβώς το ίδιο. Παρόλα αυτά, συνεχίζουν να τρέχουν γύρω από τα πόδια μου κι όλο χάνουν στο τσακ το λεωφορείο. Βρίζουν, λες και μόλις κατέρρευσε ο κόσμος ολόκληρος.

Πρέπει να το παραδεχτώ, κάποιες μέρες είναι όμορφες, τότε που ένα δροσερό αεράκι διασχίζει τους δρόμους και το φως είναι τόσο λαμπερό και η κοιλιά μου είναι γεμάτη κι όπου να ‘ναι θα γεμίσει κι άλλο. Τότε σκέφτομαι: «σαν αυτή τη μέρα δε θα είναι ποτέ ξανά», αλλά μετά συνειδητοποιώ ότι όλες οι μέρες είναι ίδιες. Γι’ αυτό και είμαι ξαπλωμένος εδώ. Γι’ αυτό και μετακινούμαι όσο το δυνατόν λιγότερο.

Περισσότερα για τον συγγραφέα David Pefko εδώ.
Μετάφραση: Νάντια Πούλου

One thought on “Ένας ίσκιος για τον Σείριο (David Pefko)

Comments are closed.