
Αγαπητοί αναγνώστες και αγαπητές αναγνώστριες του taal.gr,
σας ευχόμαστε Καλές Γιορτές και σας κάνουμε δώρο τη χειμωνιάτικη ιστορία «Κιμ».
Κατεβάστε την εδώ για να την διαβάσετε/τυπώσετε.
Καλές αναγνώσεις με υγεία και ευτυχία!

Αγαπητοί αναγνώστες και αγαπητές αναγνώστριες του taal.gr,
σας ευχόμαστε Καλές Γιορτές και σας κάνουμε δώρο τη χειμωνιάτικη ιστορία «Κιμ».
Κατεβάστε την εδώ για να την διαβάσετε/τυπώσετε.
Καλές αναγνώσεις με υγεία και ευτυχία!
Μόλις κυκλοφόρησε το τέταρτο τεύχος του Τεφλόν, του «ποιητικού σκεύους» με την πιο φρέσκια θεώρηση στα ποιητικά πράγματα. Επίσης, με την καλύτερη σχέση τιμής/ποιότητας μια και διανέμεται δωρεάν. Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος για τον οποίο εξαντλείται σε χρόνο ρεκόρ, αλλά η ύλη του: προσεγμένη, με ουσιαστική γνώση της ποιητικής ιστορίας και εξαιρετικές κεραίες όσον αφορά τα τωρινά ρεύματα και τις νέες ποιητικές φωνές. Όλα αυτά σε μια ελκυστική και προσεγμένη έντυπη συσκευασία.
Το τέταρτο τεύχος περιλαμβάνει την πρώτη στην Ελλάδα ανθολόγηση Νοτιοαφρικάνικης ποίησης γραμμένης στα Αφρικάανς. Ανθολογούνται λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί ποιητές και ποιήτριες της γενικά άγνωστης σε μας χώρας με τρόπο που να περιλαμβάνει διάφορα ρεύματα και διάφορες εποχές. Η μετάφραση είναι δια χειρός της υποφαινόμενης.
Πέρα από τη συγκεκριμένη ανθολογία, το τέταρτο τεύχος (όπως και τα προηγούμενα) περιέχει εξαιρετικά άθρα, μεταφράσεις και δοκίμια. Συνεπώς, το συνιστούμε ανεπιφύλακτα. Βιαστείτε όμως, γιατί όπως είπαμε εξαντλείται σε χρόνο ρεκόρ. Εναλλακτικά, μπορείτε να επιλέξετε την μέθοδο της συνδρομής, στηρίζοντας παράλληλα αυτή την αξιόλογη ποιητική προσπάθεια. Εδώ μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την ύλη καθώς και τα σημεία διανομής.

Ας με συγχωρήσει ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ
Που δεν μπόρεσα να τον βοηθήσω,
Που δεν του “στρωσα χαλί απο χορτάρι
Κάτω απ” τα πόδια του, στο δρόμο τον καμένο,
Που δεν του “λυσα τα κορδόνια
στα λασπωμένα αγροτικά του παπούτσια,
Που στη ζέστη δεν του “δωσα νερό να ξεδιψάσει,
Που δεν εμπόδισα τον άρρωστο ν” αυτοκτονήσει.
Στέκω εγώ και πάνω μου κρεμιέται
Το κυπαρίσσι γυρισμένο σαν τη φλόγα,
Αυτό το κίτρινο και βαθύ γαλάζιο
Χωρίς αυτά εγώ δεν θα γινόμουν.
Θα πρόδιδα τα λόγια μου
Αν ξεφορτωνόμουν το ξένο βάρος.
Κι η αγριάδα του η αγγελική
Που συγγενεύει με τους στίχους μου
Σας οδηγεί μεσ” απ” την κόρη του ματιού του
Εκεί όπου αναπνέει τ” αστέρια ο Βαν Γκογκ.
Μετάφραση: Χρήστος Κολτούκης

Κάθε φορά που αναζητώ τον ίσκιο, κάθεται πάντα κάποιος άλλος από κάτω. Δεν μου αρέσει πολύ ο ήλιος, μόνο το Φλεβάρη, τότε ο ήλιος είναι το καλύτερο που μπορεί να μου τύχει, τότε αισθάνομαι ότι το γέρικο σώμα μου μπορεί πάλι ν’ αντέξει τα πάντα: το κρύο και την υγρασία στα μέρη που πέφτω για ύπνο.
Σήμερα περπάτησα με κάποιον για κάμποσο, ήταν μια νέα γυναίκα. Φορούσε ένα καλοκαιρινό φόρεμα και στο κεφάλι της ένα μικρό καπέλο. Μου χαμογέλασε, αλλά στο φανάρι με είχε κιόλας βαρεθεί και μ’ έδιωξε από κοντά της.
Νομίζω ότι κανένας δεν έχει κοιτάξει τόσο πολύ το έδαφος όσο εγώ, ότι για παράδειγμα κανένας δεν ξέρει πόσο απελπιστικά πολλά έντομα τριγυρνούν εδώ κι εκεί χωρίς σταματημό. Κάποιες φορές ακολουθώ τα μυρμήγκια, ή μικρά σκαθάρια, αλλά τελικά κάποια στιγμή μου ξεφεύγουν, τα χάνω από τα μάτια μου. Πιστεύω ότι τα έντομα τα έχουν καταφέρει καλύτερα από εμάς, φαίνεται ότι έχουν βρει μια διέξοδο, μπορούν να εξαφανιστούν στα αυλάκια και στις χαραμάδες, στους υπονόμους, εκεί που εγώ δε φτάνω.
Αυτός ο άνθρωπος, εκεί στην άκρη του δρόμου, μου έδωσε ένα όνομα κι αυτό δημιουργεί μια κάποια σχέση μαζί του. Όταν το πρωί τον βλέπω να βγαίνει από το σπίτι του, με χαιρετά, κάποιες φορές μου κλείνει απλά το μάτι και κάθε φορά περπατάω μαζί του, μέχρι το μαγαζάκι στη γωνιά, όπου αγοράζει κάτι για να φάει, συνήθως ένα από εκείνα τα στρογγυλά ψωμάκια με την τρύπα στη μέση, τα οποία δεν έχουν καθόλου γεύση αλλά γεμίζουν μια χαρά το στομάχι. Πολλές φορές τρώμε μαζί, τότε εγώ παίρνω το μισό.
Κάποιες φορές με πιάνει ο ύπνος στο ένα ή το άλλο μέρος, ή κάπου που νομίζω ότι δεν με θέλουν κοντά τους, που με κυνηγούν μέχρι να φύγω ή που κάποιες φορές μου βάζουν τις φωνές, αλλά εγώ έχω τότε πάψει προ πολλού να τους ακούω.
Τα όνειρά μου είναι πολύ απλά. Στα όνειρά μου βλέπω κυνηγητά, όλα τα μέρη στα οποία έχω βρεθεί. Ή εκείνον τον καιρό που είχα τα μάτια μου ακόμα κλειστά και σερνόμουν σε άγνωστα μέρη, τις κλωτσιές που μου έχουν δώσει και τα χάδια, τα παιδιά μου τα οποία εμφανίζονται κάποιες φορές στα δρομάκια και τα πάρκα.
Στο τέλος του δρόμου είναι ένα δροσερό μέρος, πάνω στο μάρμαρο. Μπορώ να το νιώσω αν είμαι ο πρώτος που την αράζει εκεί, ο πρώτος της μέρας. Το μάρμαρο κρατάει την ζεστασιά πολύ περισσότερο απ’ όσο θα νόμιζες. Εκείνος εκεί, απέναντι, στο μπακάλικο, είναι μες την υπερβολή. Ξέρει πολύ καλά ότι συγκινούνται οι άνθρωποι με τα κουσούρια και τις κλάψες και τα βογκητά του. Όταν αγριέψουν τα πράγματα και δεν αντέχει άλλο την πείνα, τους κάνει χατίρια για λίγο φαγητό.
Αυτό που δεν καταλαβαίνει κανείς είναι ότι η ζωή μένει ακίνητη. Ότι όλοι τρέχουν πολυάσχολοι από δω κι από κει αλλά στην ουσία δεν αλλάζει τίποτα, ότι όλα θα μείνουν ακριβώς το ίδιο. Παρόλα αυτά, συνεχίζουν να τρέχουν γύρω από τα πόδια μου κι όλο χάνουν στο τσακ το λεωφορείο. Βρίζουν, λες και μόλις κατέρρευσε ο κόσμος ολόκληρος.
Πρέπει να το παραδεχτώ, κάποιες μέρες είναι όμορφες, τότε που ένα δροσερό αεράκι διασχίζει τους δρόμους και το φως είναι τόσο λαμπερό και η κοιλιά μου είναι γεμάτη κι όπου να ‘ναι θα γεμίσει κι άλλο. Τότε σκέφτομαι: «σαν αυτή τη μέρα δε θα είναι ποτέ ξανά», αλλά μετά συνειδητοποιώ ότι όλες οι μέρες είναι ίδιες. Γι’ αυτό και είμαι ξαπλωμένος εδώ. Γι’ αυτό και μετακινούμαι όσο το δυνατόν λιγότερο.
Περισσότερα για τον συγγραφέα David Pefko εδώ.
Μετάφραση: Νάντια Πούλου

«Είσαι μια χαρά άτομο, δε λέω. Απ’ την άλλη όμως, ακούς πάρα πολύ χιπ-χοπ.»
Bert van Beek
1.
Αν υπήρχε στ’ αλήθεια μια μικρή ποιητική, η δικιά μου θ’ ακουγόταν ως εξής:
Το κείμενο λέει από μόνο του προς τα πού θέλει να πάει. Αν δεν το κάνει, τότε δεν αξίζει να το πάρεις μαζί σου.
Ακούγεται σύντομο, αλλά έτσι σκέφτομαι, έτσι νομίζω πως γίνεται. Αρχίζει πάντα με μια ιδέα, μια φράση ή μια εικόνα κι από κει προχωρά πιο πέρα. Πολλές φορές σβήνει στην πορεία, κάποιες φορές φτάνει κάπου.
Σκόπευα σ’ αυτή την μικρή ποιητική να σας πω γιατί γράφω αυτά που γράφω, με ποια θέματα καταπιάνομαι και πώς βλέπω τον εαυτό μου στο ποιητικό τοπίο. Σκόπευα επίσης να μην καταφύγω σε παραθέματα.
Στην πορεία, το κείμενο τράβηξε το δικό του δρόμο.
2.
Πρόσφατα ήμουν καλεσμένος ως κριτής σ’ ένα poetry slam. Ένας από τους συμμετέχοντες ξεπέταξε βιαστικά τα ποιήματά του. Λες και βιαζόταν να φτάσει στο τέλος, στο τέρμα, στην τελευταία ατάκα. Όταν με ρώτησαν τη γνώμη μου για τον συγκεκριμένο ποιητή, είπα: «Πρέπει να είναι ένας χορός, όχι ένας αγώνας δρόμου». Αυτή τη γνώμη έχω για πολλά πράγματα, ότι θα πρέπει να είναι ένας χορός. Ακόμα πιο πολύ όταν πρόκειται για απαγγελία ποίησης.
3.
Αν η απαγγελία της ποίησης πρέπει να είναι ένας χορός, τότε η ποίηση πρέπει να σιμώνει την έννοια της μουσικής. Δεν θα μπορούσα ν’ αρνηθώ κάτι τέτοιο. Αναγκαστικά λοιπόν, καταλήγω στον Γουόλτερ Πέιτερ και –συγχωρέστε με- στο παράθεμά του:
Όλη η τέχνη τείνει σταθερά προς τη συνθήκη της μουσικής [1]
Για λόγους ευκολίας, ας ξεχάσουμε για λίγο το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Πέιτερ έκανε τη συγκεκριμένη ρήση και ας την απλοποιήσουμε. Τότε φτάνουμε σε κάτι με το οποίο δε γίνεται παρά να συμφωνήσω:
Όλη η τέχνη θέλει να γίνει μουσική.
Όχι τόσο με τον τρόπο του Πέιτερ, ότι δηλαδή κάθε καλλιτέχνης πασχίζει να άρει το διαχωρισμό μεταξύ μορφής και περιεχομένου, αλλά με την έννοια ότι κάθε τέχνη θέλει να διαδραματιστεί σα να ήταν τραγουδισμένη. Και να μπορείς να την χορεύεις. Μέσα στο κεφάλι σου, τουλάχιστον.
4.
Έχω περισσότερους δίσκους από συλλογές ποίησης. Παρεμπιπτόντως, δεν εμπιστεύομαι κανέναν που έχει περισσότερες συλλογές ποίησης από δίσκους.
Τίποτα δε διαμοιράζεται παράνομα σε τόσο μεγάλη κλίμακα όσο η μουσική. Υπάρχουν σίγουρα επιστημονικοί, πρακτικοί και οικονομικοί λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό. Προσωπικά πιστεύω ότι γίνεται διότι η μουσική προκαλεί κάτι σε πολλούς ανθρώπους, με τον τρόπο που μόνο η μουσική μπορεί να το κάνει. Ο πιο σύγχρονος Όστιν Κλίον το διατύπωσε πάνω κάτω ως εξής:
Τίποτα δεν μπαίνει πιο γρήγορα στο μη ορθολογικό μέρος του μυαλού μας όσο η μουσική.
Γι’ αυτό και η ποίηση (τουλάχιστον η δικιά μου) θέλει να είναι λίγο σαν μουσική. Μ’ αυτό δεν εννοώ ότι η ποίησή μου είναι λυρική – κι αν είναι, το κάνει στα κρυφά – αλλά ότι το κείμενο σε καλεί να χορέψεις. Αν έπρεπε να διαλέξω, θα ήθελα η ποίησή μου να είναι τζαζ: «ένα θέμα που συνεχώς επιστρέφει, διακοπτόμενο κάθε φορά από περισσότερο ή λιγότερο σχετικούς αυτοσχεδιασμούς». Ή, όπως το είπε ο Κέρουακ:
Πρέπει το ad lib να συνεχίζεται ακατάπαυστα σε κάθε ρεφρέν, ειδάλλως η συναυλία είναι τζίφος.
5.
Η ποίησή μου δεν ακούγεται σαν τζαζ. Ακούγεται το πολύ σαν κάτι που θέλει να φτιάξει τζαζ. Αυτό γιατί αποτελεί την εκκίνηση κάτι άλλου.
Το όνομά μου είναι Ντένις Χάανς και στο γυμνάσιο ήμουν ένας σκέιτερ. Χρόνια ολόκληρα δεν μ’ ένοιαζε τίποτε άλλο από το χιπ-χοπ και το πανκ. Μόνο αυτά τα δυο. Τα οποία μου κληρονόμησαν κάποιες μόνιμες βλάβες. Λόγω του πανκ έχω εμφανώς αφρόντιστα παιγμένα ριφ και μια DIY αντιμετώπιση. Το χιπ-χοπ ξύπνησε μέσα μου μια τάση να σαμπλάρω και να προπαγανδίζω τις σκόρπιες μεγαλοκουβέντες μου. Και τα δύο άφησαν πίσω τους μια συγκεκριμένη νοοτροπία και μια λαχτάρα για το συναίσθημα του «εμείς».
Αυτές οι επιρροές θα συνεχίσουν να ορίζουν τη βάση του ψυχισμού μου για κάμποσο καιρό ακόμα, αν και η πρόσφατη αγάπη μου για όλα όσα είναι lo-fi, ίσως τη μετριάσει.
6.
Έχει αυτό επιπτώσεις και στο περιεχόμενο των ποιημάτων μου; Ναι. Αλλά αυτή η Μικρή Ποιητική έχει ήδη ξεφύγει από αυτό που υπονοεί ο τίτλος της. Για να χρησιμοποιήσω ξανά την παρομοίωση που αναφέρθηκε στον τίτλο και την εισαγωγή του παρόντος κομματιού: πρέπει να κάνω μια κλειστή στροφή, να φτάσω κάπου.
7.
Ένα τραγούδι δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακολουθία τόνων με διαφορετικές διάρκειες και συγκεκριμένα διαστήματα ανάμεσα. Οι τόνοι έχουν συγκεκριμένες συχνότητες και λιγότερο συγκεκριμένες συνειρμικές υποδηλώσεις.
Τα ποιήματά μου δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακολουθία λέξεων με διαφορετικά μήκη κι ανάμεσα σημεία στίξης, κενά κι (εδώ κι εκεί) μια άσπρη γραμμή. Οι λέξεις έχουν συγκεκριμένες σημασιολογικούς προσδιορισμούς και λιγότερο συγκεκριμένες συνειρμικές υποδηλώσεις.
Ως ένα σημείο υπάρχουν ξεκάθαροι λόγοι γιατί γράφω αυτά που γράφω και -σε κάθε περίπτωση- για το πώς τα γράφω. Τα υπόλοιπα, ένα μη αμελητέο τμήμα, υπαγορεύεται από το κείμενο. Γιατί αυτό είναι που τραγουδάει, αλλά κυρίως: γιατί μ’ αυτό μπορείς να χορέψεις. Μέσα στο κεφάλι σου, τουλάχιστον. Όχι απαραίτητα τους πιο όμορφους χορούς, αλλά τους πιο ευχάριστους.
8.
Με τι υπόκρουση ακριβώς χορεύετε, το ξέρετε εσείς καλύτερα. Το πώς, επίσης. Αρκεί να το κάνετε, αρκεί να χορεύετε.
Ο Ντένις Χάανς (Dennis Gaens) γεννήθηκε το 1982 και είναι ένας νέος Ολλανδός ποιητής. Είναι υπεύθυνος προγράμματος του χώρου λογοτεχνικών παραγωγών De Wintertuin. Το 2009 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «το νέο μαύρο» (Het nieuwe zwart). Από το 2005, ο Χάανς έχει τακτική παρουσία σαν συντάκτης λογοτεχνικών περιοδικών. Η αγάπη του για τη μουσική διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό και την ποιητική του παρουσία. Στην παρουσίαση του από τον ποιητικό οργανισμό Perdu, εκφώνησε το παραπάνω κείμενο, για το οποίο μας έδωσε την άδεια να το μοιραστούμε με τους αναγνώστες του taal.gr. Την Μικρή Ποιητική του Χάανς μετέφρασε η Νάντια Πούλου
[1] Σύμφωνα με τη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά

Την ίδια στιγμή που τόσο πολύ διαρκεί
αναχωρεί διαρκώς και χάνεται
σαν ακολουθία των παθών, που επαναλαμβανόμενη
κυλάει, ρέει μέχρι τη σιωπή.
Η μέρα ξεκινά, το ρολόι χτυπάει ρυθμικά
γραμματόσημα σφραγίζονται
το γράμμα παραδίδεται κι εσύ δεν μένεις πια
δίπλα στο νερό.
Όπως κρέμεσαι στον αέρα
κάνεις το άλμα, με αλεξίπτωτο
ζυγώνεις γρήγορα τη γη.
Ποια Χριστούγεννα; Έφτασε κιόλας Πάσχα.
Μετάφραση: Νάντια Πούλου
όταν σκέφτεσαι τη χώρα σου
βλέπεις πλεξούδες κι ένα ματογυάλι˙ ένα γέρικο ματωμένο σκυλί
έναν χώρο με δυο ανθρώπους χωρίς δόντια στο κρεβάτι
σκούρα σύκα στην άμμο˙ ένα δρόμο, λεύκες
σπίτι, μπλε, σύννεφα
καλάμι˙ ένα τηλέφωνο
βλέπεις;
όταν σκέφτεσαι τη χώρα σου
βλέπεις
πρέπει να ‘μαστε δυνατοί
εντόσθια γεμάτα κρατήρες και μύγες
το βουνό είναι ένα σφαγείο δίχως τοίχους
πάνω απ’ τους χίλιους λόφους του Νετάλ[1]
οι γροθιές των πολεμιστών σα φλάμπουρα
φυλακισμένοι κείτονται στην λάσπη˙ βλέπεις
ορυχεία που από μέσα τους ξεχύνονται οι σκλάβοι˙ η βροχή
κροταλίζει ψηλά σαν σπίθες ενάντια στο βράδυ
ανάμεσα στις καλαμιές σάπισε ο σκελετός του νάνου.
Μετάφραση: Νάντια Πούλου
[1] Επαρχία της Νότιας Αφρικής
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Από τους πιο γνωστούς Νοτιοαφρικανούς ποιητές και πεζογράφους. Τη δεκαετία του ’60 αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, όταν του απαγορεύτηκε η είσοδος στη χώρα, εξαιτίας του γάμου του με μια Βιετναμέζα. Από εκεί πολέμησε ενεργά το απαρτχάιντ. Γράφει στα Αφρικάανς και τα Αγγλικά.
Λοιπόν JP[1], πώς είναι ψέματα να λες
κι ύστερα να το βλέπεις σε χαρτί;
Πώς αισθάνεσαι, χριστιανοδημοκράτη εσύ
όταν ακολουθείς του Ηρώδη τις βουλές
σκοτώνοντας κατά χιλιάδες τα παιδιά
για χάρη ενός μόνο βασιλιά; Ο δίκαιος των λαών;
Ξέρω μια χώρα που στηρίξαμε ώστε δεκάδες συνθηκών
να γράψει στα παπούτσια της τα πιο παλιά.
Θαυμάστε τον πρωθυπουργό μας, την εφημερίδα ξεφυλλίζει
και σκέφτεται: άστους αυτούς να λένε, η συνείδησή μου
είναι καθαρή. Κι είναι άραγε τέλειος κανείς, όπως υποστηρίζει;
Είναι καλό ψέματα να λες για την πατρίδα, δείχνει μπέσα.
Καλή χρονιά, λοιπόν, απ” όλους τους Ιρακινούς
μαζικά κατεστραμμένους και λεύτερους, απ” τον τάφο μέσα.
[1] Jan Peter (Balkenende): ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας
Μετάφραση: Νάντια Πούλου
Περισσότερα για τον ποιητή και την αφορμή που οδήγησε στο ποίημα εδώ.
Πηγή πρωτότυπου: NRC
Λίγα λόγια για τη μετάφραση:
Το πρωτότυπο είναι σε μορφή σονέτου, τη δομή του οποίου προσπάθησα να κρατήσω σε επίπεδο ομοιοκαταληξίας. Όπου μου «ξεφεύγει» η ρίμα, έχει ξεφύγει και στον Nasr.