Γιάννης Ιωαννίδης

Standard

O Γιάννης Ιωαννίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953 και σπούδασε στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή. Ασχολήθηκε με το θέατρο για πέντε χρόνια. Από το 1983 ως το 1993 έζησε στη Ολλανδία, όπου σπούδασε ολλανδικά και εργάστηκε επαγγελματικά εκτός των άλλων και ως μεταφραστής σε διάφορα μεταφραστικά γραφεία. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα με τα διπλώματα και τις συστατικές επιστολές των μεταφραστικών γραφείων, η πρεσβεία της Ολλανδίας στην Ελλάδα τον συμπεριέλαβε στην λίστα των επίσημων μεταφραστών της. Ασχολήθηκε με τον αθλητισμό σαν επαγγελματίας προπονητής μπάσκετ. Από το 2005, ζει μόνιμα στη Ολλανδία και εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία της Χάγης.

Έχει μεταφράσει τα ακόλουθα βιβλία:

Ούγκο Κλάους: Οι φήμες (Ευρωπαϊκό Αριστείον) (Καστανιώτης)
Ανολοκλήρωτο παρελθόν (Καστανιώτης)
Η θλίψη του Βελγίου (Καστανιώτης)
Ο Πειρασμός (Καστανιώτης)
Αμπντελκάντερ Μπενάλι: Παραθαλάσσιος γάμος (Κέδρος)
Μαριέτα -Στάθη Σχόρελ: Ένα στίλβον ποδήλατο (Πατάκης)
Ντούσκα Μέισινγκ: Ο δεύτερος άνθρωπος (Καστανιώτης)
Βίλεμ Φρέντερικ Χέρμανς: Ο σκοτεινός θάλαμος του Δαμοκλή (Καστανιώτης)
Χέλα Χάασε: Οι βαρόνοι του τσαγιού (Καστανιώτης)
Μια πιο καινούργια διαθήκη
(Υπό έκδοση)
(Καστανιώτης)
Ματάις Φαν Μπόξελ: Η εγκυκλοπαίδεια της βλακείας (Αλεξάνδρεια)
Άρνον Γκρούνμπεργκ: Πόνος φάντασμα
(Υπό έκδοση)
(Αλεξάνδρεια)
Τέσα ντε Λοο: Οι δίδυμες (Γκέμα)
Ζεράρ Μποτιφέ: Διοτίμα (Ιδιωτική μετάφραση)
Καντέρ Αμπντολάχ: Το σπίτι του τεμένους (Καστανιώτης)
Ο Αγγελιοφόρος
(Υπό έκδοση)
(Καστανιώτης)

Διαβάστε εδώ μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Γιάννη Ιωαννίδη αποκλειστικά για το taal.gr.

Η δολοφονία ενός αβγού

paul_driessen_old_box
Standard


Η δολοφονία ενός αβγού
. Έτσι λέγεται το πιο γνωστό μικρού μήκους animation φιλμ του Ολλανδού Πωλ Ντρίσεν (Paul Driessen), το οποίο μπορείτε να απολαύσετε στον player:

Το πολύ καλό Animfest – Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Animation έχει ξεκινήσει και απόψε θα έχει μεταξύ άλλων ένα αφιέρωμα στο έργο του Driessen. Το φεστιβάλ πραγματοποιείται στον κινηματογράφο Τριανόν Filmcenter (Κοδριγκτώνος 21 & Πατησίων).

Μπορείτε να βρείτε το αναλυτικό πρόγραμμα με ώρες προβολής και περισσότερες λεπτομέρειες εδώ.

Βιβλιοθήκες

bibliotheek_den_haag
Standard

Επιτρέψτε μου μια ανάρτηση ορμώμενη από προσωπικά και νοσταλγικά κίνητρα. Μια ανάρτηση που αναφέρεται στις ολλανδικές βιβλιοθήκες, κτίρια (και θεσμοί στην ουσία) που μου λείπουν τόσο πολύ εδώ στην Ελλάδα.

Κάθε ολλανδική πόλη σχεδόν, έχει μια δημόσια δανειστική βιβλιοθήκη. Δεν έχουν όλες τον ίδιο ενημερωμένο κατάλογο, αλλά παντού το κοινό μπορεί να δανειστεί πλήθος καινούριων και παλιότερων βιβλίων σε αξιοπρεπή κτίρια με καλές εγκαταστάσεις.

Αλλά όχι μόνο βιβλία. Στις ολλανδικές βιβλιοθήκες παρέχονται και παρτιτούρες αλλά και -έναντι αντιτίμου- CD, για τους εραστές της μουσικής. Τώρα για όσους αναρωτιούνται τι γίνεται με την πειρατεία και τα σχετικά: ο δανεισμός ενός CD από ολλανδική βιβλιοθήκη κοστίζει λιγότερο από την αγορά ενός κακέκτυπου πειρατικού CD και το αντίτιμο καλύπτει τα σχετικά πνευματικά δικαιώματα.

Στις μεγάλες πόλεις, η κατάσταση για τους βιβλιόφιλους και μουσικόφιλους γίνεται ειδυλλιακή. Το διαπίστωσα από πρώτο χέρι όταν για αρκετά χρόνια είχα την τύχη να είμαι μέλος και τακτικότατη επισκέπτρια της βιβλιοθήκης της Χάγης. Εκεί δε χρειαζόταν να βυθιστείς σε καταλόγους (εύχρηστοι και προσβάσιμοι και μέσω Ίντερνετ από το σπίτι) για να βρεις το βιβλίο που ήθελες. Μια απλή επίσκεψη στα πολλά επίπεδα και τις σοφά τοποθετημένες βιβλιοθήκες αρκούσε.

Εκεί καταλαβαίνει κανείς και τον πλούτο μιας βιβλιοθήκης: αν τα βιβλία σου προσφέρονται σαν ώριμα φρούτα κατά την περιήγησή σου, αν το περιβάλλον μπορεί να σε ξεμυαλίζει και να σε κάνει να πάρεις τελικά μαζί σου βιβλία που ποτέ δε θα φανταζόσουν ότι θα ήθελες – ότι υπήρχαν.

Άλλο θετικό των βιβλιοθηκών είναι η ύπαρξη διαφόρων γλωσσών και η απόλυτη κάλυψη των Αγγλικών πανεπιστημιακών και λογοτεχνικών εκδόσεων. Δεν ξεχνάω ότι την Αφρική του Αρανίτση την πρωτοβρήκα στην δανειστική βιβλιοθήκη του Ναϊμέχεν.

H δε Βαλχάλα των μουσικόφιλων είναι η βιβλιοθήκη του Ρόττερνταμ, όπου και βρίσκεται η κεντρική δισκοθήκη της Ολλανδίας. Εδώ βρίσκεται ο ιστότοπός της. Είναι στα Ολλανδικά αλλά αν έχετε περιέργεια βάλτε στη σχετική φόρμα κάποιο δίσκο (CD/LP) που ψάχνετε χρόνια και δε μπορείτε να βρείτε. 9 στις 10 φορές θα τον έχει.

300.000 CD, 300.000 LP, 10.000 μουσικά DVD, από τα πιο δημοφιλή μέχρι τα πιο σπάνια έρχονται στη βιβλιοθήκη της πόλης σου με ένα λογικό αντίτιμο. Τυχεροί οι κάτοικοι του Ρόττερνταμ που έχουν στην πόλη τους κάτι σαν το θησαυροφυλάκιο του Σκρουτζ Μακ Ντακ αλλά γεμάτο με δίσκους.

Κλείνω αυτό το κείμενο αποτίοντας τον απόλυτο σεβασμό μου σε μια κοινωνία που καταφέρνει να συντηρεί και να κρατάει ζωντανές τέτοιες κυψέλες πολιτισμού, προσβάσιμες για όλους.

Άννι Σμιτ

annie_m_g_schmidt
Standard


Η Annie M.G. Schmidt (1911-1995) ήταν μια πολυγραφότατη Ολλανδέζα συγγραφέας και ποιήτρια. Έχει γράψει πλήθος παιδικών βιβλίων, θεατρικών (για τη σκηνή, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση). Είναι η δημιουργός των διάσημων χαρακτήρων Jip και Janneke (στα Ελληνικά «Γιπ και Γιαπ»), δύο παιδιών που μπλέκονται σε διάφορες περιπέτειες οι οποίες εξιστορούνται σε οχτώ βιβλία. Οι Γιπ και Γιαπ, όπως και άλλοι χαρακτήρες της Σμιτ, σχεδιάστηκαν από τον Φιπ Βέστεντορπ και απέκτησαν τρομερή αναγνωρισιμότητα. Τα σχετικά σχέδια του Βέστεντορπ τυπώνονται πλέον μαζικά σε εκατοντάδες αντικείμενα (κούπες, μπλουζάκια κλπ.) και η δημοτικότητά τους παραμένει σταθερή στα παιδιά κάθε ηλικίας και γενιάς.

Οι ιστορίες, τα τραγούδια και οι χαρακτήρες της Σμιτ έχουν περάσει στο ολλανδικό συλλογικό υποσυνείδητο και αποτελούν άρρηκτο τμήμα της ολλανδικής κουλτούρας. Έχουν όμως μεταφραστεί με επιτυχία και σε πλήθος άλλων γλωσσών. Στη σχετική σελίδα της Biblionet μπορούμε να δούμε τα βιβλία της που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά – τέσσερα τη στιγμή που γράφεται το παρόν.

Η Σμιτ ασχολήθηκε και με τη συγγραφή στίχων για τραγούδια και ποιημάτων, επιβεβαιώνοντας αυτό που ανέφερα σε μια παλιότερη ανάλυσή μου, για την ενασχόληση των ολλανδών και φλαμανδών λογοτεχνών τόσο με την ποίηση όσο και την πεζογραφία.

Ποιητές και πεζογράφοι

dichters_deurbellen
Standard

Όμορφο πόστερ από μια περσινή εκδήλωση στη Χάγη. Στα κουδούνια είναι τα ονόματα των ποιητών που συμμετείχαν.

Αυτονόητο είναι κάθε χώρα να έχει τις δικές της λογοτεχνικές ιδιαιτερότητες. Όπως και στις τρεις χώρες τις οποίες παρακολουθεί το λογοτεχνικό περισκόπιο του taal.gr (Ολλανδία, Βέλγιο, Νότια Αφρική). Σήμερα θ” αναφερθώ σε μια τέτοια ιδιαιτερότητα.

Πρόκειται για την ενασχόληση των λογοτεχνών τόσο με την ποίηση όσο και με την πεζογραφία. Και δεν μιλάω εδώ για πεζογράφους που βγάζουν και δυο-τρεις ποιητικές συλλογές ή για ποιητές που περιστασιακά αποφασίζουν να εκδόσουν ένα μυθιστόρημα ή μια συλλογή διηγημάτων.

Αλλά για σχεδόν ισότιμη ενασχόληση και με τα δύο είδη. Ή για αναγνωρισμένους ποιητές, οι οποίοι εκδίδουν τακτικά και μυθιστορήματα και το ανάποδο. Στα παραπάνω δεν αλλάζει τίποτα -το αντίθετο- αν προσθέσω και τον δοκιμιακό λόγο.

Ενώ στα δικά μας έχει επικρατήσει εκείνοι που  υπηρετούν την ποίηση να μην «καταδέχονται» να ασχοληθούν με την πεζογραφία αλλά και ελάχιστοι πεζογράφοι να εκφράζονται μέσω ποιητικών συλλογών, οι οποίες όταν βγαίνουν παραμένουν στο περιθώριο του έργου τους.

Όταν δε κάποιος κινείται ανάμεσα στα δύο είδη, αρχίζει να ξεφεύγει συστηματικά από τα ραντάρ των ανθολόγων. Τρανό παράδειγμα ο Αρανίτσης το έργο του οποίου ξεδιπλώνεται με την ίδια άνεση στις περιοχές της πεζογραφίας, του δοκιμίου και της ποίησης.

Στις χώρες που προανέφερα όμως, το πέρασμα από τον ένα στον άλλο λόγο είναι πιο απενεχοποιημένο και δίνει και εξαιρετικά αποτελέσματα. Το πιο αυτονόητο εδώ είναι να αναφέρω τον Ούγκο Κλάους o oποίος αποτελεί πρότυπο για όλους τους άλλους τόσο με τα μυθιστορήματα όσο και με τα ποιήματά του. Αξιοπρόσεκτο ότι και στους δύο χώρους έχει παράγει τόσο πολύ έργο, που οι περισσότεροι «full-time» ποιητές/πεζογράφοι δεν μπορούν να φτάσουν (αριθμητικά μιλώντας).

Αλλά και φτασμένοι πεζογράφοι, όπως η πασίγνωστη συγγραφέας παιδικών βιβλίων Άννι Σμιτ έχει αφήσει πίσω και κάποια από τα πιο αγαπημένα ποιήματα (για παιδιά και όχι μόνο). Αξιόλογο ποιητικό έργο έχει να παρουσιάσει κι ένας άλλος συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ο Τόουν Τέλεχεν.

Αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα, γιατί πραγματικά είναι πάρα πολλοί οι λογοτέχνες που ακολουθούν την ίδια τακτική. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια πολύ γνωστά ονόματα: Σίμον Βίνκενοχ, Ρέμκο Κάμπερτ, Μπράιτεν Μπράιτενμπαχ, Τομ Λανουά, Χέριτ Κομράι.

Τώρα γιατί οι Έλληνες δεν είναι τόσο πολυπράγμονες, δεν ξέρω να σας πω με σιγουριά. Κάποιες υποθέσεις μόνο: έχει να κάνει με μια παραδοσιακή «ρομαντική» προσκόλληση μέχρι εσχάτων στην ποίηση η οποία κοιτάει κάπως υποτιμητικά τα υπόλοιπα (άρα και την πρόζα). Καθώς και με μια σαφή μονομέρεια των μεγάλων εκδοτικών οίκων προς τη μεριά της πεζογραφίας η οποία παραμερίζει μέχρι ασφυξίας μη ευπώλητα είδη την  ποίηση.

Προσωπικά βρίσκω τουλάχιστο θαρραλέα την ολλανδική αντιμετώπιση. Γιατί αν μη τι άλλο δείχνει ότι οι λογοτέχνες δεν επαναπεύονται στις όποιες δάφνες τους αλλά εκτίθενται στην κριτική και από άλλα είδη.

Annie M.G. Schmidt

30 ποιήματα την εβδομάδα

Standard

Πώς να γίνεις ένας πασίγνωστος ποιητής στη χώρα σου.

Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του βιογραφικού του Ολλανδού Nico Dijkshoorn. Ας το δούμε σε μορφή εγχειριδίου:

  • Γίνε (σχετικά) γνωστός γράφοντας καλογραμμένες στήλες για μια μεγάλη εφημερίδα.
    • Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι στήλες είναι για τα σπορ και τη σχέση τους με τα ΜΜΕ, αλλά απευθύνονται σ” ένα ευρύτερο κοινό
  • Γίνε ακόμα πιο γνωστός βγάζοντας το υλικό σου από τις στήλες και τα blogs που σε γοργό ρυθμό έχεις αρχίσει να στήνεις
    • Όπως το blog όπου καλείς τους αναγνώστες να στείλουν φωτογραφίες με το τελευταίο βιβλίο σου εμπνευσμένες από αυτό (απ” όπου κι η φωτογραφία που συνοδεύει την παρούσα ανάρτηση)
  • Συνεργάσου (με ψευδώνυμο) με το πιο δημοφιλές blog της Ολλανδίας, spin-off της πιο δημοφιλούς Ολλανδικής εφημερίδας, οι αναρτήσεις και τα σχόλια του οποίου βρίθουν ρατσιστικών απόψεων που όμως προσποιούνται ότι δεν είναι τέτοιες, αλλά απλά “η φωνή του λαού”.
  • Η συνεργασία είναι η εξής: δημοσιεύεις 30 ποιήματα την εβδομάδα. Μικρά, πολύ μικρά. Σε στυλ ολιγόλογου Μπουκόφσκι, αλλά με μηδέν ζωή από πίσω. Σαν ο Μπουκόφσκι να ήταν όλη μέρα πίσω από ένα κομπιούτερ και να έγραφε από το πρωί μέχρι το βράδυ σχόλια σε blogs. Έμμετρα.
  • Γίνε εξαιρετικά διάσημος. Είσαι το πιο δημοφιλές κομμάτι του πιο δημοφιλούς blog. Χιλιάδες άνθρωποι κάθε μέρα ανυπομονούν να διαβάσουν τα ποιήματά σου
  • Φύγε από το blog γιατί δε σε πληρώνουν αρκετά. Κάνε γνωστό το λόγο που έφυγες.
  • Γίνε πολύ διάσημος. Βγάλε ένα βιβλίο. Με 1000 ποιήματα. Πουλάει σαν τρελό (ειδικά για βιβλίο ποίησης). Αρέσει και σε κάποιους σοβαρούς κριτικούς. Σε καλούν στην τηλεόραση.
  • Δημιούργησε μόδα. Ακόμα και Ιντερνετική Μηχανή βγήκε που «μεταφράζει» υπάρχοντες ιστοσελίδες στο δικό σου ιδιότυπο στυλ.
  • Τα κατάφερες!

Πολύ θα ήθελα να βάλω εδώ μια ενδεικτική μετάφραση κάποιων από τα 1000 ποιήματα, αλλά δεν το κάνω για διάφορους λόγους, με κύριο τον κρυπτορατσιστικό χαρακτήρα του απαίσιου blog που ανέδειξε τον συγκεκριμένο ποιητή.  Εδώ έχει πάντως κάποια δείγματα για όσους διαβάζουν Ολλανδικά.

Αρέσει και σε κάποιους σοβαρούς κριτικούς.

Κακαφωνία

goya_sopla
Standard

Sopla του Γκόγια

«On the one hand it’s only shit;

on the other, shit’s shit,

and what we desire in the world is less,

not more, of it.»

(Andrew Motion, Λονδίνο, 1991)

Για τον Gerrit Komrij έγραψα πρόσφατα μια εισαγωγή. Σήμερα θα σταθώ σ” ένα από τα πιο διασκεδαστικά του πονήματα, το βιβλίο με τίτλο Κακαφωνία (Kakafonie). Για όσους ο τίτλος δεν είναι σαφής, ίσως ο υπότιτλος ξεκαθαρίσει τα πράγματα: «η εγκυκλοπαίδεια του σκατού». Αν βέβαια έχεις το βιβλίο στα χέρια σου, το ευρηματικό εξώφυλλο, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας:

Δυστυχώς στη φωτογραφία δε φαίνεται η μέσα πλευρά του διπλωμένου εξώφυλλου, αλλά η κεντρική ιδέα είναι σαφής.

Στο συγκεκριμένο βιβλίο, ο Komrij μαζεύει ένα σωρό ποιήματα, αποσπάσματα, σχέδια, γεγονότα, εφευρέσεις κλπ. που έχουν σχέση με τα ανθρώπινα περιττώματα. Χωρίζει το βιβλίο σε εννέα μεγάλες θεματικές ενότητες, με τίτλους όπως «Τα αέρια», «Οι εραστές», «Το σκατό και το βιβλίο». Το όλο εγχείρημα φέρνει στο νου τα λεξικά του δικού μας Νίκου Πλατή. Τα οποία και είναι περιεκτικότερα και πιο προσεγμένα από το συγκεκριμένο βιβλίο του Komrij.

Όσο κι αν είναι μια αξιοπρόσεκτη συλλογή του Komrij, δεν έχει σε καμία περίπτωση την αίσθηση εξαντλητικής πληρότητας και εξονυχιστικής έρευνας που αναδίδουν τα βιβλία του Πλατή. Παρόλα αυτά, η Κακαφωνία παραμένει ένα απολαυστικό ανάγνωσμα που μας χαρίζει πολλά ανέκδοτα και κάποιες εξαιρετικές ιστορίες. Κι όπως συμβαίνει με σχετικές συλλογές, είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρον να βλέπεις να καταπιάνονται με το θέμα λογοτέχνες και μεγάλοι άντρες που «δεν τους το έχεις», αν μείνεις στην γνωστή δημόσια εικόνα τους.

Περί βιβλιοδεσίας

apanta_claus
Standard

Τα ποιητικά άπαντα του Hugo Claus, ένα από τα αγαπημένα αποκτήματα της βιβλιοθήκης μου

Γράφοντας το κείμενο για τον Komrij, τον κατ” εξοχήν ανθολόγο της ολλανδικής ποίησης και ανατρέχοντας στην βιβλιοθήκη μου για τα σχετικά βιβλία, διαπίστωσα γι” άλλη μια φορά την υπεροχή των σχετικών ολλανδικών εκδόσεων. Αποφάσισα, λοιπόν, να γράψω δυο λόγια γι” αυτό. Ας θεωρηθούν τα γραφόμενά μου σαν μια καταγραφή των θετικών μου διαπιστώσεων ως αναγνώστρια κι όχι σαν μια γενίκευση σχετικά το τι πάει καλά στην Ολλανδία και λιγότερο καλά εδώ. Εξάλλου, για κάθε κανόνα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις του.

Εκείνο, λοιπόν, που μου κάνει εντύπωση όσο αυγαταίνει η ταπεινή συλλογή μου από βιβλία και ανθολογίες ποίησης στα Ολλανδικά, τα Φλαμανδικά και τα Αφρικάανς, είναι η ευκολία χρήσης και ανάγνωσής τους. Και δεν μιλάω εδώ με γλωσσικά κριτήρια, αλλά με κριτήρια «στησίματος» και βιβλιοδεσίας. Εξωτερικά μιλώντας, διακρίνω δύο τάσεις: τα μικρά, ελαφρά βιβλία «τσέπης» και τα σκληρόδετα. Όχι άγνωστες και στα δύο είδη είναι η καλύτερης ή χειρότερης ποιότητας κασετίνες που ενώνουν τους τόμους μιας συλλογής.

Τα μικρά βιβλία που προανέφερα μου θυμίζουν το θρυλικό 100άρι του Βίπερ («ποιητική ανθολογία Παπύρου») με το οποίο πρωτοήρθα σε επαφή με την ελληνική ποίηση σε τρυφερή ηλικία: φαίνονται «φτηνά», αλλά δεν είναι. Κουβαλιούνται όπου θες και φυλλομετρούνται με άνεση, πράγμα πολύ σημαντικό όταν ψάχνεις ένα συγκεκριμένο ποίημα. Και παρόλο που είναι μικρά, δεν έχουν σχέση με π.χ. τις ανάλογες κυκλοφορίες των Ελληνικών εφημερίδων που δίνουν μια αίσθηση που μου αρέσει να την αποκαλώ «του χασαπόχαρτου». Κι όπως εγώ τότε παλιά είχα ξεκοκκαλίσει το 100άρι Βίπερ, έτσι μπορώ να φανταστώ και τωρινά νέα παιδιά να εξοικιώνονται με τους Ολλανδούς ποιητές μέσω αυτών των εκδόσεων.

Για να δώσω ένα ανάλογο παράδειγμα εδώ, να αναφέρω τη φοβερή συγκεντρωτική έκδοση του Ίκαρου για τα ποιήματα του Ελύτη. Αν και η τελευταία αναδίδει σαφώς έναν παραπάνω τόνο πολυτέλειας από τις Ολλανδικές που έχω στα χέρια μου, με πιο γυαλιστερό και βαρύτερο χαρτί. Και με πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα γραμμών. Σαν συμπέρασμα, θα ευχόμουν οι Έλληνες εκδότες να κοιτούσαν κι αυτή τη λιγότερο εντυπωσιακή αλλά ασύγκριτα πιο εύχρηστη μορφή για τις συλλογές και ανθολογίες τους, από το στάνταρ μέγεθος που συναντάμε τώρα σε σχετικά βιβλία.

Στο άλλο άκρο έχουμε τα σκληρόδετα, μεσαίου κυρίως βάρους. Πάλι όμως πρόκειται για βιβλία που ανοίγουν με ευκολία και που μπορείς άνετα να σταθείς σε οποιαδήποτε σελίδα τους, χωρίς να χρειαστείς να τα κρατάς συνέχεια ή να τα συγκρατείς με κάποιο αυτοσχέδιο βαρίδι σε κάποιο τραπέζι. Ένα Ελληνικό παράδειγμα είναι η καταπληκτική ανθολογία  «Αίμος» με Βαλκανική ποίηση από το Αντί, αν και πάλι πρόκειται για βιβλίο με βαρύτερο χαρτί και εξώφυλλο από την μέση Ολλανδική σκληρόδετη ανθολογία.

Δεν είμαι ειδική επί του θέματος, για να ξέρω το κόστος των σχετικών εκδόσεων, αλλά είμαι πεπεισμένη ότι οι ολλανδικές και βέλγικες εκδόσεις που έχω στη βιβλιοθήκη μου κοστίζουν λιγότερο στην παραγωγή τους από τον μέσο ελληνικό όρο. Την ίδια στιγμή είναι πιο ευανάγνωστες. Ίσως εδώ βοηθάει και το μορφολογικό γεγονός ότι τα Ολλανδικά χρειάζονται λιγότερες συλλαβές από τα Ελληνικά για να πουν αυτό που θέλουν. Αλλά πάλι δε νομίζω ότι αυτός είναι ο μόνος λόγος που και ανοίγοντας πλέον τα βιβλία, οι σελίδες φαντάζουν πιο τακτοποιημένες και ο αναγνώστης δεν κουράζεται να περιηγείται στα διάφορα ποιήματα.

Less is more λένε οι Άγγλοι και αυτό το εφαρμόζουν πολύ καλά και οι Ολλανδοί. Ξανακοιτώντας τα σχετικά βιβλία της βιβλιοθήκης μου υπό το πρίσμα της παρούσας ανάρτησης, συνειδητοποιώ ότι τελικά η σοφή χωροθέτηση των λευκών χώρων, των κενών στις σελίδες είναι που δίνει τον «αέρα» που με τη σειρά του αναπνέει ο αναγνώστης.

Komrij: όπως “σίφουνας”

komrij_boeken
Standard

Gerrit Komrij (Χέριτ Κόμραϊ): ένα όνομα που κανείς δεν μπορεί να προσπεράσει όταν αναφέρεται στην ολλανδική ποίηση. Κι όχι τόσο για το ποιητικό του έργο, έστω κι αν αυτό έχει τύχει μεγάλης αναγνώρισης από το κοινό και τους κριτικούς. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι ο πρώτος «εθνικός ποιητής» (poet laureate) που ορίστηκε όταν δημιουργήθηκε ο θεσμός.

Ο Komrij όμως έγινε καθεστώς κυρίως με τις ανθολογίες που επιμελείται κατά καιρούς. Με προμετωπίδα την ανθολογία «Ολλανδική ποίηση από το 19ο μέχρι τον 21ο αιώνα σε 2000 και μερικά ακόμα ποιήματα«. Η οποία από το 1979 που πρωτοκυκλοφόρησε (με 1000 ποιήματα στην πρώτη έκδοση) μέχρι και τις μέρες μας, έχει γίνει το σημείο αναφοράς για όποιον μελετά την ολλανδική ποίηση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Komrij έβγαλε παρόμοιες συλλογές για την ποίηση της Νότιας Αφρικής, την ολλανδική ποίηση του 17ου και του 18ου αιώνα και -λίγο καιρό πριν- την ολλανδική ποίηση για παιδιά. Όλες ανεξαιρέτως ξεσήκωσαν περισσότερες ή λιγότερες αντιδράσεις κατά την κυκλοφορία τους. Για τους ποιητές ή τα ποιήματα που επέλεξε, για εκείνους ή εκείνα που άφησε απ” έξω. Για τον αυταρχικό του τρόπο επιλογής, που αποκλείει παντελώς τους ανθολογούμενους από τη διαδικασία.

Αλλά ο Komrij είναι μαθημένος στις αντιπαραθέσεις, για να μην πούμε ότι τις επιδιώκει κιόλας. Αν στον ποιητικό χώρο της Ελλάδας έχουμε μάθει στους ισχυρούς χαρακτήρες με ακόμα πιο ισχυρές απόψεις που παρασέρνουν όλα (και κυρίως τους αντιπάλους τους) στο διάβα του λόγου τους, στην Ολλανδία τα πράγματα είναι σαφώς πιο πολιτισμένα. Όχι ότι λείπουν οι δημόσιες διαφωνίες, το αντίθετο. Απλά εκεί περνάνε πιο πολύ και πιο τακτικά από τις οδούς της δημόσιας κριτικής: περιοδικά, εφημερίδες κλπ.

O Komrij είναι ο «καλικάντζαρος» των ολλανδικών γραμμάτων, ο οποίος παρακάμπτει συνειδητά τους καλούς τρόπους και τα λέει πάντα έξω απ” τα δόντια. Δημιουργώντας πιο πολλούς εχθρούς παρά φίλους. Ακόμα και στην Πορτογαλία, όπου αποτραβήχτηκε για αρκετά χρόνια, δεν μπόρεσε ποτέ πραγματικά να ενσωματωθεί με την εκεί κοινότητα.

Ο Komrij είναι γνωστός και για την τεράστια συλλογή του με παλιά και σπάνια βιβλία, ένα δείγμα των οποίων βλέπουμε στη φωτογραφία.

Αλλά ούτε και η ολλανδική κοινότητα των κριτικών που τόσο παραδέχεται το έργο του και ακούει τη γνώμη του, του χαϊδεύει πάντα τα αυτιά. Τα ποιήματα που έγραψε ως εθνικός ποιητής, δεν άρεσαν εξίσου σε όλους. Αλλά αυτή η καθ” όλα αντισυμβατική προσωπικότητα που ακούραστα παράγει ποιητικές συλλογές, πεζογραφικά πονήματα, άρθρα για τον τύπο, διαλέξεις κλπ. μπορεί πλέον να κάνει ό, τι θέλει. Ακριβώς γιατί αυτός τώρα είναι το σύστημα που ορίζει τους όρους, θα παρατηρούσε κάποιος χαιρέκακα.

Είναι λοιπόν αναπόφευκτο να επανέρθουμε στον Komrij στο μέλλον, παρουσιάζοντας το έργο και τις απόψεις του.