30 ποιήματα την εβδομάδα

Standard

Πώς να γίνεις ένας πασίγνωστος ποιητής στη χώρα σου.

Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του βιογραφικού του Ολλανδού Nico Dijkshoorn. Ας το δούμε σε μορφή εγχειριδίου:

  • Γίνε (σχετικά) γνωστός γράφοντας καλογραμμένες στήλες για μια μεγάλη εφημερίδα.
    • Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι στήλες είναι για τα σπορ και τη σχέση τους με τα ΜΜΕ, αλλά απευθύνονται σ” ένα ευρύτερο κοινό
  • Γίνε ακόμα πιο γνωστός βγάζοντας το υλικό σου από τις στήλες και τα blogs που σε γοργό ρυθμό έχεις αρχίσει να στήνεις
    • Όπως το blog όπου καλείς τους αναγνώστες να στείλουν φωτογραφίες με το τελευταίο βιβλίο σου εμπνευσμένες από αυτό (απ” όπου κι η φωτογραφία που συνοδεύει την παρούσα ανάρτηση)
  • Συνεργάσου (με ψευδώνυμο) με το πιο δημοφιλές blog της Ολλανδίας, spin-off της πιο δημοφιλούς Ολλανδικής εφημερίδας, οι αναρτήσεις και τα σχόλια του οποίου βρίθουν ρατσιστικών απόψεων που όμως προσποιούνται ότι δεν είναι τέτοιες, αλλά απλά “η φωνή του λαού”.
  • Η συνεργασία είναι η εξής: δημοσιεύεις 30 ποιήματα την εβδομάδα. Μικρά, πολύ μικρά. Σε στυλ ολιγόλογου Μπουκόφσκι, αλλά με μηδέν ζωή από πίσω. Σαν ο Μπουκόφσκι να ήταν όλη μέρα πίσω από ένα κομπιούτερ και να έγραφε από το πρωί μέχρι το βράδυ σχόλια σε blogs. Έμμετρα.
  • Γίνε εξαιρετικά διάσημος. Είσαι το πιο δημοφιλές κομμάτι του πιο δημοφιλούς blog. Χιλιάδες άνθρωποι κάθε μέρα ανυπομονούν να διαβάσουν τα ποιήματά σου
  • Φύγε από το blog γιατί δε σε πληρώνουν αρκετά. Κάνε γνωστό το λόγο που έφυγες.
  • Γίνε πολύ διάσημος. Βγάλε ένα βιβλίο. Με 1000 ποιήματα. Πουλάει σαν τρελό (ειδικά για βιβλίο ποίησης). Αρέσει και σε κάποιους σοβαρούς κριτικούς. Σε καλούν στην τηλεόραση.
  • Δημιούργησε μόδα. Ακόμα και Ιντερνετική Μηχανή βγήκε που «μεταφράζει» υπάρχοντες ιστοσελίδες στο δικό σου ιδιότυπο στυλ.
  • Τα κατάφερες!

Πολύ θα ήθελα να βάλω εδώ μια ενδεικτική μετάφραση κάποιων από τα 1000 ποιήματα, αλλά δεν το κάνω για διάφορους λόγους, με κύριο τον κρυπτορατσιστικό χαρακτήρα του απαίσιου blog που ανέδειξε τον συγκεκριμένο ποιητή.  Εδώ έχει πάντως κάποια δείγματα για όσους διαβάζουν Ολλανδικά.

Αρέσει και σε κάποιους σοβαρούς κριτικούς.

Κακαφωνία

goya_sopla
Standard

Sopla του Γκόγια

«On the one hand it’s only shit;

on the other, shit’s shit,

and what we desire in the world is less,

not more, of it.»

(Andrew Motion, Λονδίνο, 1991)

Για τον Gerrit Komrij έγραψα πρόσφατα μια εισαγωγή. Σήμερα θα σταθώ σ” ένα από τα πιο διασκεδαστικά του πονήματα, το βιβλίο με τίτλο Κακαφωνία (Kakafonie). Για όσους ο τίτλος δεν είναι σαφής, ίσως ο υπότιτλος ξεκαθαρίσει τα πράγματα: «η εγκυκλοπαίδεια του σκατού». Αν βέβαια έχεις το βιβλίο στα χέρια σου, το ευρηματικό εξώφυλλο, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας:

Δυστυχώς στη φωτογραφία δε φαίνεται η μέσα πλευρά του διπλωμένου εξώφυλλου, αλλά η κεντρική ιδέα είναι σαφής.

Στο συγκεκριμένο βιβλίο, ο Komrij μαζεύει ένα σωρό ποιήματα, αποσπάσματα, σχέδια, γεγονότα, εφευρέσεις κλπ. που έχουν σχέση με τα ανθρώπινα περιττώματα. Χωρίζει το βιβλίο σε εννέα μεγάλες θεματικές ενότητες, με τίτλους όπως «Τα αέρια», «Οι εραστές», «Το σκατό και το βιβλίο». Το όλο εγχείρημα φέρνει στο νου τα λεξικά του δικού μας Νίκου Πλατή. Τα οποία και είναι περιεκτικότερα και πιο προσεγμένα από το συγκεκριμένο βιβλίο του Komrij.

Όσο κι αν είναι μια αξιοπρόσεκτη συλλογή του Komrij, δεν έχει σε καμία περίπτωση την αίσθηση εξαντλητικής πληρότητας και εξονυχιστικής έρευνας που αναδίδουν τα βιβλία του Πλατή. Παρόλα αυτά, η Κακαφωνία παραμένει ένα απολαυστικό ανάγνωσμα που μας χαρίζει πολλά ανέκδοτα και κάποιες εξαιρετικές ιστορίες. Κι όπως συμβαίνει με σχετικές συλλογές, είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρον να βλέπεις να καταπιάνονται με το θέμα λογοτέχνες και μεγάλοι άντρες που «δεν τους το έχεις», αν μείνεις στην γνωστή δημόσια εικόνα τους.

Περί βιβλιοδεσίας

apanta_claus
Standard

Τα ποιητικά άπαντα του Hugo Claus, ένα από τα αγαπημένα αποκτήματα της βιβλιοθήκης μου

Γράφοντας το κείμενο για τον Komrij, τον κατ” εξοχήν ανθολόγο της ολλανδικής ποίησης και ανατρέχοντας στην βιβλιοθήκη μου για τα σχετικά βιβλία, διαπίστωσα γι” άλλη μια φορά την υπεροχή των σχετικών ολλανδικών εκδόσεων. Αποφάσισα, λοιπόν, να γράψω δυο λόγια γι” αυτό. Ας θεωρηθούν τα γραφόμενά μου σαν μια καταγραφή των θετικών μου διαπιστώσεων ως αναγνώστρια κι όχι σαν μια γενίκευση σχετικά το τι πάει καλά στην Ολλανδία και λιγότερο καλά εδώ. Εξάλλου, για κάθε κανόνα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις του.

Εκείνο, λοιπόν, που μου κάνει εντύπωση όσο αυγαταίνει η ταπεινή συλλογή μου από βιβλία και ανθολογίες ποίησης στα Ολλανδικά, τα Φλαμανδικά και τα Αφρικάανς, είναι η ευκολία χρήσης και ανάγνωσής τους. Και δεν μιλάω εδώ με γλωσσικά κριτήρια, αλλά με κριτήρια «στησίματος» και βιβλιοδεσίας. Εξωτερικά μιλώντας, διακρίνω δύο τάσεις: τα μικρά, ελαφρά βιβλία «τσέπης» και τα σκληρόδετα. Όχι άγνωστες και στα δύο είδη είναι η καλύτερης ή χειρότερης ποιότητας κασετίνες που ενώνουν τους τόμους μιας συλλογής.

Τα μικρά βιβλία που προανέφερα μου θυμίζουν το θρυλικό 100άρι του Βίπερ («ποιητική ανθολογία Παπύρου») με το οποίο πρωτοήρθα σε επαφή με την ελληνική ποίηση σε τρυφερή ηλικία: φαίνονται «φτηνά», αλλά δεν είναι. Κουβαλιούνται όπου θες και φυλλομετρούνται με άνεση, πράγμα πολύ σημαντικό όταν ψάχνεις ένα συγκεκριμένο ποίημα. Και παρόλο που είναι μικρά, δεν έχουν σχέση με π.χ. τις ανάλογες κυκλοφορίες των Ελληνικών εφημερίδων που δίνουν μια αίσθηση που μου αρέσει να την αποκαλώ «του χασαπόχαρτου». Κι όπως εγώ τότε παλιά είχα ξεκοκκαλίσει το 100άρι Βίπερ, έτσι μπορώ να φανταστώ και τωρινά νέα παιδιά να εξοικιώνονται με τους Ολλανδούς ποιητές μέσω αυτών των εκδόσεων.

Για να δώσω ένα ανάλογο παράδειγμα εδώ, να αναφέρω τη φοβερή συγκεντρωτική έκδοση του Ίκαρου για τα ποιήματα του Ελύτη. Αν και η τελευταία αναδίδει σαφώς έναν παραπάνω τόνο πολυτέλειας από τις Ολλανδικές που έχω στα χέρια μου, με πιο γυαλιστερό και βαρύτερο χαρτί. Και με πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα γραμμών. Σαν συμπέρασμα, θα ευχόμουν οι Έλληνες εκδότες να κοιτούσαν κι αυτή τη λιγότερο εντυπωσιακή αλλά ασύγκριτα πιο εύχρηστη μορφή για τις συλλογές και ανθολογίες τους, από το στάνταρ μέγεθος που συναντάμε τώρα σε σχετικά βιβλία.

Στο άλλο άκρο έχουμε τα σκληρόδετα, μεσαίου κυρίως βάρους. Πάλι όμως πρόκειται για βιβλία που ανοίγουν με ευκολία και που μπορείς άνετα να σταθείς σε οποιαδήποτε σελίδα τους, χωρίς να χρειαστείς να τα κρατάς συνέχεια ή να τα συγκρατείς με κάποιο αυτοσχέδιο βαρίδι σε κάποιο τραπέζι. Ένα Ελληνικό παράδειγμα είναι η καταπληκτική ανθολογία  «Αίμος» με Βαλκανική ποίηση από το Αντί, αν και πάλι πρόκειται για βιβλίο με βαρύτερο χαρτί και εξώφυλλο από την μέση Ολλανδική σκληρόδετη ανθολογία.

Δεν είμαι ειδική επί του θέματος, για να ξέρω το κόστος των σχετικών εκδόσεων, αλλά είμαι πεπεισμένη ότι οι ολλανδικές και βέλγικες εκδόσεις που έχω στη βιβλιοθήκη μου κοστίζουν λιγότερο στην παραγωγή τους από τον μέσο ελληνικό όρο. Την ίδια στιγμή είναι πιο ευανάγνωστες. Ίσως εδώ βοηθάει και το μορφολογικό γεγονός ότι τα Ολλανδικά χρειάζονται λιγότερες συλλαβές από τα Ελληνικά για να πουν αυτό που θέλουν. Αλλά πάλι δε νομίζω ότι αυτός είναι ο μόνος λόγος που και ανοίγοντας πλέον τα βιβλία, οι σελίδες φαντάζουν πιο τακτοποιημένες και ο αναγνώστης δεν κουράζεται να περιηγείται στα διάφορα ποιήματα.

Less is more λένε οι Άγγλοι και αυτό το εφαρμόζουν πολύ καλά και οι Ολλανδοί. Ξανακοιτώντας τα σχετικά βιβλία της βιβλιοθήκης μου υπό το πρίσμα της παρούσας ανάρτησης, συνειδητοποιώ ότι τελικά η σοφή χωροθέτηση των λευκών χώρων, των κενών στις σελίδες είναι που δίνει τον «αέρα» που με τη σειρά του αναπνέει ο αναγνώστης.

Komrij: όπως “σίφουνας”

komrij_boeken
Standard

Gerrit Komrij (Χέριτ Κόμραϊ): ένα όνομα που κανείς δεν μπορεί να προσπεράσει όταν αναφέρεται στην ολλανδική ποίηση. Κι όχι τόσο για το ποιητικό του έργο, έστω κι αν αυτό έχει τύχει μεγάλης αναγνώρισης από το κοινό και τους κριτικούς. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι ο πρώτος «εθνικός ποιητής» (poet laureate) που ορίστηκε όταν δημιουργήθηκε ο θεσμός.

Ο Komrij όμως έγινε καθεστώς κυρίως με τις ανθολογίες που επιμελείται κατά καιρούς. Με προμετωπίδα την ανθολογία «Ολλανδική ποίηση από το 19ο μέχρι τον 21ο αιώνα σε 2000 και μερικά ακόμα ποιήματα«. Η οποία από το 1979 που πρωτοκυκλοφόρησε (με 1000 ποιήματα στην πρώτη έκδοση) μέχρι και τις μέρες μας, έχει γίνει το σημείο αναφοράς για όποιον μελετά την ολλανδική ποίηση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Komrij έβγαλε παρόμοιες συλλογές για την ποίηση της Νότιας Αφρικής, την ολλανδική ποίηση του 17ου και του 18ου αιώνα και -λίγο καιρό πριν- την ολλανδική ποίηση για παιδιά. Όλες ανεξαιρέτως ξεσήκωσαν περισσότερες ή λιγότερες αντιδράσεις κατά την κυκλοφορία τους. Για τους ποιητές ή τα ποιήματα που επέλεξε, για εκείνους ή εκείνα που άφησε απ” έξω. Για τον αυταρχικό του τρόπο επιλογής, που αποκλείει παντελώς τους ανθολογούμενους από τη διαδικασία.

Αλλά ο Komrij είναι μαθημένος στις αντιπαραθέσεις, για να μην πούμε ότι τις επιδιώκει κιόλας. Αν στον ποιητικό χώρο της Ελλάδας έχουμε μάθει στους ισχυρούς χαρακτήρες με ακόμα πιο ισχυρές απόψεις που παρασέρνουν όλα (και κυρίως τους αντιπάλους τους) στο διάβα του λόγου τους, στην Ολλανδία τα πράγματα είναι σαφώς πιο πολιτισμένα. Όχι ότι λείπουν οι δημόσιες διαφωνίες, το αντίθετο. Απλά εκεί περνάνε πιο πολύ και πιο τακτικά από τις οδούς της δημόσιας κριτικής: περιοδικά, εφημερίδες κλπ.

O Komrij είναι ο «καλικάντζαρος» των ολλανδικών γραμμάτων, ο οποίος παρακάμπτει συνειδητά τους καλούς τρόπους και τα λέει πάντα έξω απ” τα δόντια. Δημιουργώντας πιο πολλούς εχθρούς παρά φίλους. Ακόμα και στην Πορτογαλία, όπου αποτραβήχτηκε για αρκετά χρόνια, δεν μπόρεσε ποτέ πραγματικά να ενσωματωθεί με την εκεί κοινότητα.

Ο Komrij είναι γνωστός και για την τεράστια συλλογή του με παλιά και σπάνια βιβλία, ένα δείγμα των οποίων βλέπουμε στη φωτογραφία.

Αλλά ούτε και η ολλανδική κοινότητα των κριτικών που τόσο παραδέχεται το έργο του και ακούει τη γνώμη του, του χαϊδεύει πάντα τα αυτιά. Τα ποιήματα που έγραψε ως εθνικός ποιητής, δεν άρεσαν εξίσου σε όλους. Αλλά αυτή η καθ” όλα αντισυμβατική προσωπικότητα που ακούραστα παράγει ποιητικές συλλογές, πεζογραφικά πονήματα, άρθρα για τον τύπο, διαλέξεις κλπ. μπορεί πλέον να κάνει ό, τι θέλει. Ακριβώς γιατί αυτός τώρα είναι το σύστημα που ορίζει τους όρους, θα παρατηρούσε κάποιος χαιρέκακα.

Είναι λοιπόν αναπόφευκτο να επανέρθουμε στον Komrij στο μέλλον, παρουσιάζοντας το έργο και τις απόψεις του.

Με λίγη βοήθεια από το κράτος

apform
Standard

Σε κάθε περίοδο κι όχι μόνο σε αυτές της οικονομικής στενότητας, όπως την τωρινή, οι εκδότες δε λένε όχι σε δυνατότητες επιχορήγησης των εκδόσεών τους από κρατικούς (κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά) φορείς. Ειδικά για τις μεταφράσεις, μια επιδότηση μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη, χωρίς τον οποίο, το βιβλίο δε θα έβγαινε καν στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Τα παραπάνω αποτελούν γεγονός και για την ολλανδική λογοτεχνία, η οποία μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν άγνωστη για το Ελληνικό κοινό. Κάποιες από αυτές τις επιχορηγήσεις βοήθησαν στο να γνωρίσουμε κι εμείς αξιόλογους Ολλανδούς και Φλαμανδούς συγγραφείς. Αρκεί κανείς να κοιτάξει τις αρχικές σελίδες σχετικών εκδόσεων για να διαπιστώσει ότι στην πλειοψηφία τους έχουν βοηθηθεί από το ένα ή άλλο ίδρυμα.

Σ” αυτό βοηθάει βέβαια και η οργανωμένη, ρεαλιστική, διαφανής και “ανοιχτοχέρα” πολιτική της Ολλανδίας και του Βελγίου στον τομέα της προώθησης της λογοτεχνίας τους στο εξωτερικό. Μια πολιτική και μια αντιμετώπιση από την οποία το ελληνικό κράτος θα είχε να μάθει πολλά.

Σε επόμενα άρθρα του taal.gr, θα παρουσιάσουμε τους κύριους φορείς στους οποίους μπορούν ν” αποτανθούν εκδότες, μεταφραστές και μελετητές της ολλανδικής και της φλαμανδικής γλώσσας για να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητές τους.

Το χρονικό του Άμστερδαμ

MadurodamMF
Standard

«Στην χώρα του Εράσμου, του Ρέμπραντ, του Σπινόζα και των λουλουδιών»

Έτσι είναι ο τίτλος με τον οποίο κυκλοφόρησε η Νέα Εστία τον Οκτώβρη του 1981 ένα τεύχος (#1302) εξ” ολοκλήρου αφιερωμένο στην Ολλανδία. Χάρη στην εξαιρετική βάση ψηφιοποιημένων περιοδικών του ΕΚΕΒΙ, μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ολόκληρο εδώ.

Το τεύχος ξεκινά μ” έναν λεπτομερή οδηγό των διαφόρων περιοχών και των κύριων πόλεων της Ολλανδίας από τη Ζερμαίν Μαμαλάκη. Ο οδηγός παραμένει σε γενικές γραμμές έγκυρος ακόμα και σήμερα. Με εξαίρεση τις ατυχείς μεταγραφές κάποιων ολλανδικών τοπωνυμίων και ονομάτων στην ελληνική γλώσσα.

Στο ίδιο τεύχος: ένα ποίημα για το Φόλλενταμ από τον Μιχάλη Δ. Στασινόπουλο, συγκεκριμένα για την μεγάλη διαφορά που του επιφύλασσε η δεύτερη σε σχέση με την πρώτη του επίσκεψη στην πόλη. (Και πού να πήγαινες σήμερα αγαπητέ Στασινόπουλε να δεις όλη την παλιά δόξα ακόμα πιο καταπεσμένη…) Κι ακόμα:

Εκτός όμως από φιλοσόφους και ταξιδιωτικές εντυπώσεις, στο πολύ καλό περιοδικό βρίσκουμε και το δοκίμιο με τίτλο «από την ιστορία της ολλανδικής λογοτεχνίας«, γραμμένο από κάποιον ή κάποια με τα αρχικά Ζ.Μ. (να υποθέσουμε ότι πρόκειται κι εδώ για την Ζερμαίν Μαμαλάκη;) Το κείμενο περιγράφει συνοπτικά τις απαρχές της Ολλανδικής λογοτεχνίας, την ρομαντική της περίοδο και σταματάει το χρονολόγιό του στον Μουλτατούλι και τον Κούπερους, τις αρχές δηλαδή του εικοστού αιώνα.

Από το θεμέλιο έργο της ολλανδικής λογοτεχνίας, το «Μαξ Χαβελάαρ» του Μουλτατούλι, μπορούμε στο ίδιο τεύχος να διαβάσουμε κι ένα απόσπασμα. Δεν είναι το μοναδικό. Ακολουθούν κομμάτια από:

  • την «Ολλανδία» του Φρέντερικ βαν Έεντεν
  • τις «Επιθυμίες» της Άλμπερτιν Στέενχοφ-Σμάλντερς
  • το «Διάβασμα» της Άννυ Σάλομονς
  • τη «Διάσωση» του Χάσπελς
  • τα «γράμματα απ” την εξοχή» του Φρέντερικ Βαν Έεντεν
  • «στο Μπόμα» του Χένρικ Βαν Μπόβεν

Όλα είναι (σύμφωνα με τους συντάκτες) αποσπάσματα «που δείχνουν χαρακτηριστικά την ήρεμη, στοχαστική ιδιοσυγκρασία του λαού, την αγάπη του για τη Φύση, για το βιβλίο και τη σκέψη, για ό, τι είναι ουσιαστικό, αληθινό, στέρεο και ακατάλυτο, για την κλίση του για τη φιλοσοφία.»

Ο μεταφραστής / η μεταφράστρια των προαναφερθέντων αποσπασμάτων υπογράφει με τα αρχικά του/της: Ζ.Μ.

Πάνω που ο αναγνώστης αρχίζει ν” απορεί γι” αυτή την εμμονή του περιοδικού με τους «κλασικούς» των ολλανδικών γραμμάτων και τεχνών, το ενδιαφέρον δοκίμιο του μεγάλου Ολλανδού κριτικού λογοτεχνίας Κης (Κέις θα έλεγα εγώ) Φενς «σύγχρονες φυσιογνωμίες της ολλανδικής λογοτεχνίας» ταράζει τα νερά με απόψεις όπως:

«Δεν υπάρχει σχεδόν παράδοση στην πρόζα της Ολλανδίας. Ο κάθε Ολλανδός οφείλει να ξεκινήσει απ” την αρχή, μια που δεν έχει πρότυπο. Και δεν μπορεί να γραφεί η ιστορία της εξέλιξης του ολλανδικού μυθιστορήματος γιατί δεν υπάρχει ιστορία. Υπάρχουν ξεχωριστοί συγγραφείς που έγραψαν αξιόλογα βιβλία.»

Προς το τέλος του τεύχους βρίσκουμε και μια απολαυστική αναφορά από τον Νικόλαο Ανδριώτη σ” ένα Ελληνικό χρονικό του 18ου αιώνα που γράφτηκε από έναν «Έλληνα στο  Άμστερδαμ» της «Ολλάνδας» και που βρίσκεται στην κοινοτική βιβλιοθήκη της Θεσσαλικής Ζαγοράς. Απ” αυτό μαθαίνουμε πιο πολλά για την Ελλάδα παρά για την Ολλανδία του τότε, αλλά σε κάθε περίπτωση αξίζει να μια ανάγνωση.

Κι αφού η εστίαση έχει περάσει στην Ελλάδα, το περιοδικό φιλοξενεί κι ένα ιστορικό άρθρο του B.J.Slot για τις «σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ολλανδίας από τον ΙΖ” αιώνα μέχρι τον Καποδίστρια».

Παρά μια γενική εξιδανίκευση που υποβόσκει και τη μη αποφυγή κάποιων κλισέ, νομίζω ότι το συγκεκριμένο αφιέρωμα της Νέας Εστίας εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι σημείο αναφοράς για παρόμοιες προσπάθειες που ακολούθησαν ή  θ” ακολουθήσουν.

Η θλίψη του Βελγίου

verdriet_van_belgie
Standard

Αυτή την περίοδο και μετά από αναγνώσεις μηνών (για να μην πω “ετών”), ολοκληρώνω το διάβασμα του μεγαλειώδους βιβλίου του Ούγκο Κλάους «Η Θλίψη του Βελγίου«. Όπου το  «ολοκληρώνω» ας διαβαστεί ως κάτι σχετικό, μια κι ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου δεν είναι η κλασική, γραμμική, “μια κι έξω”.

Δε θα επιμείνω εδώ περισσότερο στη σημασία του έργου, μια και τα έχουν πει άλλοι καλύτερα και πριν από μένα. Στο μέλλον, βέβαια, θα επανέλθω και στο βιβλίο και στον συγγραφέα, αυτόν τον ανεπανάληπτο πεζογράφο και ποιητή.

Η πρώτη προσέγγιση με τον Claus συνοδεύεται από τις σχετικές αναγνωστικές παρενέργειες απέναντι σε κάτι “κλασικό”. Δέος μπροστά στον όγκο της δουλειάς, αμφιβολία για το κατά πόσο κάτι τόσο μεγάλο θα μας αφορά πραγματικά.

Κι όμως, παρά τη “θλίψη” στον τίτλο και αυτό το βιβλίο και τα υπόλοιπα έργα του Κλάους δεν αργούν να σε αιχμαλωτίσουν. Προσωπικά θεωρώ μεγάλη παράλειψη το ότι ένας τέτοιος λογοτέχνης δεν πήρε το Νόμπελ όσο ζούσε και -όσο κλισέ κι αν ακουστεί- αμφιβάλλω αν στο μέλλον θα ξαναβγεί ένας τέτοιας εμβέλειας χειριστής της φλαμανδικής/ολλανδικής γλώσσας.

Θερμά συγχαρητήρια αξίζουν στον Καστανιώτη για μια ακόμα προσεγμένη σ” όλα έκδοση και κυρίως στον Γιάννη Ιωαννίδη για μια μετάφραση που αναμετράται «στα ίσια» με το πρωτότυπο, πραγματώνοντας μνημειώδεις μεταγραφές που μεταγγίζουν πολλά και στη δική μας γλώσσα.

Αν θα έπρεπε να συνοψίσω αυτό που ξεχωρίζει τον Κλάους σε λίγες λέξεις, θα έλεγα ότι πρόκειται για την ικανότητά του να μην αφήνει στιγμή ούτε τη γλώσσα ούτε την πλοκή να πάρουν προβλέψιμους δρόμους. Αυτό σε συνδυασμό με το θανατηφόρο χιούμορ αλλά και την ποιητική ευαισθησία του, κάνουν την ανάγνωση της θλίψης του Βελγίου μια άκρως απολαυστική εμπειρία.

Αντί επιλόγου, δυο τυχαία σταχυολογήματα από τις κοντά 600 σελίδες του τόμου:

«“Μακριά τα χέρια σου, πρόστυχε”, είπε προς το αγόρι που ροχάλιζε και την ίδια στιγμή απόδιωξε δύστροπα και την εικόνα της κόρης του φαρμακοποιού, όπως ήταν καθισμένη πίσω από τον οδηγό του λεωφορείου στο δρόμο για το Βίρεμπεϊκε με ολόκληρη τη θλίψη του Βελγίου στα πλατιά της μάτια, που όπως αντανακλούσαν στο τζάμι έλεγες πως τον κοίταζαν. Από μια χαραμάδα της ξεχαρβαλωμένης πόρτας της αποθήκης κοίταξε τα αστέρια που δεν βρίσκονται εκεί που νομίζουμε πως βρίσκονται, γιατί το φως μερικές φορές κάνει παράξενους ελιγμούς προτού φτάσει σ” εμάς».

«Ο Λουί ονειρεύτηκε δυο αρμαδίλους βαμμένους σε χρώμα παστέλ που ψαχούλευαν σε παραδεισένιους θάμνους και μετά σκαρφάλωσαν άτσαλα σ” ένα ξύλινο ικρίωμα που είχε στηθεί κάτω από το Μπέλφορτ της Βάλε, μια ετοιμόρροπη εξέδρα με σημαίες και λουλουδάτα στεφάνια, επάνω στην οποία στεκονταν ο Σόστερς και ο Ντε Κούνε, μασώντας τσίχλα, φορώντας τη ζώνη με το κρίνο των Προσκόπων. Ήχος τυμπάνων ακουγόταν χαμηλόφωνα. Μια ουβερτούρα. Ήθελε να πάει εκεί, γιατί του έριχναν ικετευτικά βλέμματα, η Μαμά είπε: “Καλά, πήγαινε, μπορείς να πας να τους βοηθήσεις, μα πρώτα πρέπει να χτενίσεις τα μαλλιά σου, έλα, άσε με να το κάνω εγώ.”

Ο Λουί δεν μπόρεσε ν” αντισταθεί, απόθεσε το κεφάλι του στα γόνατά της σαν να το “βαζε σε κούτσουρο χασάπη. Κάτω από το φόρεμα που είχε ζωγραφισμένα μάτια παγονιού έβγαλε ένα καυτό ψαλίδι για φριζάρισμα. “Μαμά, θ” αργήσω. Άκου, τα τύμπανα άρχισαν να δυναμώνουν! Σε παρακαλώ! Έλα τώρα!”, αλλά αυτή συνέχισε να του κατσαρώνει τα μαλλιά, η μπριγιαντίνη τσιτσίρισε.»


Η μπύρα τελειώνει

brugse_triple
Standard

Παρόλο που το taal.gr είναι ένας λογοτεχνικός ιστότοπος, δε γίνεται να μην αναφερθεί σ” ένα καυτό θέμα της τρέχουσας επικαιρότητας: τον κίνδυνο η έλλειψη βέλγικης μπύρας στην αγορά να γίνει παραπάνω από αισθητή.

Αιτία: οι συνεχιζόμενες και κλιμακούμενες απεργίες των εργαζομένων στις βέλγικες ζυθοποιίες, με αφορμή την απόφαση της AB Inbev να απολύσει 250 εργαζομένους.

Η αδυναμία μου στις βέλγικες μπύρες, ειδικά τις μοναστηριακές, είναι δεδομένη. Γνωρίζω πολύ καλά τη στενότατη σχέση της μπυροποσίας με το κοινωνικό (κι άρα και ποιητικό)  γίγνεσθαι του Βελγίου και της Ολλανδίας. Γι” αυτό κι ελπίζω το πρόβλημα να λυθεί σύντομα, διασφαλίζοντας  το καλό των εργαζομένων και την απρόσκοπτη διανομή του προϊόντος στην αγορά.

Τα γεγονότα δίνουν και μια πρώτης τάξης αφορμή για την προσθήκη στην Ανθολογία ενός ποιήματος  του Paul van der Steen που σχετίζεται με αυτό το εξαίρετο αλκοολικό παρασκεύασμα. Διαβάστε το εδώ και στο μέλλον θα υπάρξει και συνέχεια με μεταφράσεις ανάλογων ποιημάτων.

Η Μαρία Αγγελίδου στο taal.gr

aggelidou
Standard

To taal.gr ξεκινά μια σειρά συζητήσεων με μεταφραστές της ολλανδικής γλώσσας στα Ελληνικά, με την Μαρία Αγγελίδου.  Η Αγγελίδου γεννήθηκε το 1957 στην Αθήνα. Εργάστηκε για αρκετά χρόνια στο βιβλιοπωλείο «Χνάρι», επί της οδού Κιάφας, για να αφοσιωθεί, στη συνέχεια, στη συγγραφή και τη μετάφραση βιβλίων. Διετέλεσε πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Επαγγελματιών Μεταφραστών και μέλος του Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, μεταξύ 2000-2004. Έχει μεταφράσει περισσότερα από 250 βιβλία για μεγάλους και παιδιά. Είναι συγγραφέας παιδικών βιβλίων και διδάσκει μετάφραση στο Κέντρο Μεταφραστικών Σπουδών.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η κύρια δυσκολία της μετάφρασης από τα Ολλανδικά στα Ελληνικά;

Για μένα προσωπικά η κυριότερη δυσκολία οφείλεται στο γεγονός οτι ποτέ δεν έχω ζήσει στην Ολλανδία, ούτε καν μερικούς μήνες. Δεν έχω την αίσθηση της «γείωσης», που σου δίνει μόνο η προσωπική εμπειρία.

Τι βρίσκετε ενδιαφέρον στην ολλανδική γλώσσα;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει για μένα μια ιδιαίτερη ποιότητα, που διακρίνει την ολλανδική πεζογραφία του εικοστού αιώνα, μια γεύση κοσμοπολίτικη και ταυτόχρονα διακριτά ολλανδική.

Το φθινόπωρο που μας πέρασε, οι μεταφραστές βιβλίων στα Ολλανδικά και τα Φλαμανδικά, αποφάσισαν να αρχίσουν μια σειρά δραστηριοτήτων με σκοπό να γίνουν πιο “ορατοί”. Θεωρείτε ότι πρέπει και οι Έλληνες μεταφραστές πρέπει να ξεκινήσουν κάτι ανάλογο;

Ναι, θα ήταν ευχής έργο αν μπορούσαμε να κάνουμε κι εμείς κάτι ανάλογο.

Από τα βιβλία που έχετε μεταφράσει από τα Ολλανδικά, ποιο είναι εκείνο που ξεχωρίζετε ως αναγνώστρια;

Το πολύ σπουδαίο βιβλίο του Cees Nooteboom, «Het volgende verhaal«. Αυτό το βιβλίο το διάβασα στα αγγλικά μέσα σ” ένα αεροπλάνο και στάθηκε η αιτία που έμαθα Ολλανδικά.

Ποια είναι η κύρια συμβουλή που θα δίνατε σ” έναν μεταφραστή στα πρώτα του βήματα;

Ν” αγαπάει και να χαίρεται το κάθε βιβλίο, την κάθε σελίδα.

Υπάρχει κάποιο ολλανδικό/φλαμανδικό βιβλίο που θα θέλατε να μεταφράσετε ή να είχατε μεταφράσει;

De Ontdekking van de Hemel (Η ανακάλυψη του ουρανού) του Harry Mulisch. Από τα ωραιότερα και τα σημαντικότερα βιβλία που έχω διαβάσει.

Τι μεταφράζετε αυτή την περίοδο;

Το βιβλίο της Tonke Dragt «De brief voor de koning».


Διαβάστε εδώ ένα ενδιαφέρον άρθρο για την Μαρία Αγγελίδου.